Δημογραφικό: Η μείωση των γυναικών 25-44 ετών οξύνει το πρόβλημα, μονόδρομος η αύξηση των μεταναστών κατά 700.000 έως το 2050

Η αύξηση του αριθμού των γεννήσεων ώστε σε κάθε γυναίκα να αναλογούν 2,3 παιδιά από 1,45 που καταγράφει σήμερα ο δείκτης γονιμότητας θα ήταν η ιδανική, πλην όμως ανέφικτη συνθήκη για τη λύση του δημογραφικού προβλήματος.

Τα στοιχεία είναι δυσοίωνα ως προς αυτόν τον στόχο όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Ακόμη και γι’ αυτές όπου υπάρχει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό περιβάλλον για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών. Ειδικότερα στη χώρα μας, καταγράφηκαν λιγότερες από 65,5 χιλιάδες γεννήσεις το 2025 από 117 χιλιάδες το 2007-2008. Η συγκεκριμένη αρνητική πορεία εκτιμάται ότι δεν πρόκειται να αλλάξει. Από την άλλη πλευρά, η μείωση του γενικού πληθυσμού επιφέρει μείωση όχι μόνο στο εργατικό δυναμικό, αλλά και στις γυναίκες σε γόνιμη ηλικία (από 25 έως 44 ετών, από τις οποίες προκύπτει το 90% των γεννήσεων), γεγονός που οξύνει το πρόβλημα.

Οι διαπιστώσεις αυτές αναδεικνύονται για μία ακόμη φορά από το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), το οποίο προτείνει παρεμβάσεις για να περιοριστεί το δημογραφικό πρόβλημα με μείωση του κόστους μεγαλώματος ενός παιδιού, εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή και άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΔΕΜ, ανάμεσα στο 2007 και το 2025 μειώθηκε κατά 27% ο πληθυσμός της ηλικιακής ομάδας γυναικών 25 έως 44 ετών. Αιτίες είναι αφενός η κατάρρευση των γεννήσεων μετά το 1980, αφετέρου η μαζική φυγή στο εξωτερικό ατόμων (άρα και γυναικών) αυτής της ηλικιακής ομάδας από το 2010 και μετά.

Φαίνεται επίσης ότι από το 1960 και μετά, οι επόμενες γενιές εκτός του ότι αποκτούν όλο και λιγότερα παιδιά, τα αποκτούν σε ολοένα και μεγαλύτερη ηλικία. Ο μέσος όρος που γίνονταν γονείς ήταν τα 26 έτη για όσους γεννήθηκαν μετά το 1960 και αυξήθηκε στα 31,5 έτη για όσους γεννήθηκαν μετά το 1985. Επίσης, το ποσοστό όσων γυναικών γέννησαν και ήταν μικρότερες των 25 ετών μειώθηκε από 28% το 1960 σε 10,4% σήμερα. Αντίστροφα, το ποσοστό των γυναικών που γέννησαν παιδί ενώ ήταν άνω των 40 ετών, από 3,8% που ήταν το 1960, ανήλθε στο 10,7% το 2023-2024. Ραγδαία αύξηση όμως καταγράφει και το ποσοστό των ζευγαριών που δεν αποκτούν παιδιά.

Από 13%-14% στις γενιές του 1960, το συγκεκριμένο ποσοστό αυξήθηκε στο 24% για γενιές που γεννήθηκαν πέριξ του 1985. Την ίδια στιγμή, μειώνεται σημαντικά το πλήθος των γυναικών που επιλέγουν να φέρουν στον κόσμο τρία παιδιά και άνω. Ακριβέστερα, τα στοιχεία του ΙΔΕΜ δείχνουν ότι στη συγκεκριμένη κατηγορία γυναικών, από 300 στις 1.000 που ήταν για όσες γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1955-1960, υποχώρησαν στις 130 στις 1.000 για όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985.

Χαρακτηριστικό της πρακτικής δυσκολίας που υπάρχει είναι ότι, σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθηγητή Δημογραφίας και ιδρυτικό μέλος του ΙΔΕΜ, «για να είχαμε το 2024 ίδιο αριθμό γεννήσεων και θανάτων (126 χιλιάδες περίπου), θα έπρεπε ο δείκτης γονιμότητας το έτος αυτό να υπερέβαινε τα 2,3 παιδιά. Το 2060, όμως, ο ετήσιος δείκτης τη χρονιά αυτή, αν δεν υπάρξει ένα θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, για να έχουμε τον ίδιο αριθμό γεννήσεων και θανάτων θα πρέπει να αγγίζει τα 3 παιδιά ανά γυναίκα. Δείκτες τόσο υψηλοί είναι αδύνατον να επιτευχθούν στο μέλλον, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι δεν περιλαμβάνονται ακόμη και στα ευνοϊκότερα σενάρια προβολών».

Σημαντικό ωστόσο είναι και το στοιχείο που δείχνει ότι η σχέση μεταξύ γυναικείας απασχόλησης και γονιμότητας άλλαξε πρόσημο και στην Ελλάδα. Δηλαδή οι εργαζόμενες γυναίκες αποκτούν πλέον περισσότερα παιδιά. Το 2019 αναλογούσαν 1,5 παιδιά ανά απασχολούμενη γυναίκα έναντι μόλις 1 ανά μη απασχολούμενη.

Σχολιάζοντας τα στοιχεία, ο κ. Κωνσταντίνος Γλούμης-Ατσαλάκης, γενικός γραμματέας Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής, τονίζει: «Τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν με σαφήνεια ότι η μητρότητα και η επαγγελματική δραστηριότητα δεν αποτελούν αντικρουόμενες επιλογές. Αντιθέτως, παρατηρούμε ότι το ποσοστό των απασχολούμενων μητέρων υπερβαίνει σταθερά εκείνο των μη απασχολούμενων σε όλες σχεδόν τις ηλικιακές ομάδες. Το εύρημα αυτό ανατρέπει μια διαδεδομένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η ένταξη των γυναικών στην αγορά εργασίας λειτουργεί αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: οι γυναίκες επιδιώκουν και μπορούν να συνδυάσουν την εργασία με τη μητρότητα υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχουν οι κατάλληλες δομές και πολιτικές στήριξης.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η ενίσχυση των υπηρεσιών φροντίδας, η στήριξη των εργαζόμενων γονέων και η πρόσβαση σε προσιτή στέγαση αποτελούν κρίσιμες προτεραιότητες της δημογραφικής και στεγαστικής πολιτικής».

Πάντως προς το παρόν η αύξηση των μεταναστευτικών ροών είναι μονόδρομος ώστε να επιτευχθεί ανάλογη άνοδος των πολιτών που βρίσκονται σε πιο παραγωγικές ηλικίες και έτσι να στηριχθεί τόσο ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας όσο και το ασφαλιστικό σύστημα.

Συγκεκριμένα η Ελλάδα, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών, πρέπει να πετύχει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο κατά 700 χιλιάδες άτομα έως το 2050, ώστε να στηρίξει την απασχόληση των νέων, αλλά και να περιορίσει τις επιδράσεις από την αναπόφευκτη αύξηση των ηλικιωμένων. Μόνο με αυτό το μοντέλο ισοσκελίζεται η συνολική μείωση των εργαζομένων κατά 515 χιλιάδες άτομα στις ηλικίες 20-64 ετών έως το 2050. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 28 χιλιάδες περισσότερους μετανάστες που θα έρχονται στην Ελλάδα ετησίως για τα επόμενα 25 χρόνια.

Το θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο αποτελεί τη μία βάση των μέτρων που προτείνονται από το ΙΔΕΜ. Η άλλη αφορά παρεμβάσεις που επεκτείνονται στο σύνολο της αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής της χώρας. Τα βασικά μέτρα είναι τα εξής:

  1. Μείωση του (άμεσου ή έμμεσου) εξαιρετικά υψηλού κόστους που προκύπτει από τη γέννηση και το μεγάλωμα ενός παιδιού στη χώρα μας (κόστη κυρίως εκπαίδευσης και υγείας).
  2. Εναρμόνιση της οικογενειακής με την επαγγελματική ζωή.
  3. Άμβλυνση των έμφυλων διακρίσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο.
  4. Άμβλυνση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος μέσω ενός εκτεταμένου προγράμματος που θα στοχεύει στη δημιουργία ενός αποθέματος προσφερόμενων με χαμηλό ενοίκιο ενεργειακά αποδοτικών κατοικιών που θα αντιστοιχούν στα στεγαστικά πρότυπα και τις μεταβαλλόμενες στεγαστικές ανάγκες κυρίως, αλλά όχι μόνο, των νεότερων γενιών.
  5. Στήριξη των νέων γενιών κατά την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή και αύξηση του διαθέσιμου πραγματικού τους εισοδήματος (της αγοραστικής τους δύναμης).
  6. Μερική προστασία από κινδύνους που ενδεχομένως αυτές οι νέες γενιές να αντιμετωπίσουν μέσω μιας διευρυμένης και στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής.
  7. Άρση του κλίματος αβεβαιότητας – έλλειψης εμπιστοσύνης στο μέλλον. Σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, «η υφιστάμενη σήμερα αβεβαιότητα δημιουργεί ανασφάλεια και επηρεάζει αναπόφευκτα και την απόφαση για μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις (όπως αυτή της δημιουργίας οικογένειας και της απόκτησης παιδιών), καθώς ο φόβος ενός ασταθούς μέλλοντος ωθεί τις νεότερες γενιές στο να αναβάλλουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους για τη δημιουργία οικογένειας».

Πηγή: ygeiamou.gr