«Όχι» στην αναστολή εργασίας λόγω μη εμβολιασμών λένε και οι συνοριοφύλακες

«Σεβαστή πρέπει να είναι και η άποψη, η αντίληψη και η θέση όσων επιφυλάσσονται είτε λόγω φόβου είτε λόγω άλλων διλλημάτων να εμβολιαστούν», αναφέρει μεταξύ άλλων στην ανακοίνωσή της η ΠΟΣΥΦΥ.

«Όχι στα εκβιαστικά διλήμματα, όχι στη δημιουργία κλίματος φόβου, όχι στην εξώθηση στην ανεργία και σε ψυχαναγκαστικές διαδικασίες και βέβαια όχι σε κάθε μέτρο πρόληψης όπως τα διαγνωστικά Rapid – test με οικονομική επιβάρυνση των δημοσιών λειτουργών επειδή απλά δεν κάνουν το εμβόλιο», λένε οι συνοριοφύλακες, με αφορμή τη συζήτηση που γίνεται τις τελευταίες ημέρες για επέκταση της υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών.

«Με υπεύθυνο λόγο και στάση, όπως κάνουμε διαχρονικά τώρα, καλούμε τόσο την Κυβέρνηση όσο και την ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, όχι μόνον να μην προβούν σε τέτοια μέτρα, αλλά να σταματήσουν κάθε δημόσια διαβούλευση και επικοινωνιακή ζύμωση για τέτοια ενδεχόμενα», τονίζεται στην ανακοίνωση της  ΠΟΣΥΦΥ, ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν περισσεύει κανείς συνάδελφος».

Αναλυτικά η ανακοίνωση: 

Κατά την συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Π.Ο.ΣΥ.ΦΥ. την 30η Αυγούστου 2021 συζητήθηκε εκτενώς το ενδεχόμενο επιβολής του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού στο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας από την Κυβέρνηση, όπως αναφέρεται σε κάθε δημόσιο διάλογο το τελευταίο διάστημα.

Ως Πανελλήνια Ομοσπονδία Συνοριακών Φυλάκων, πολλές φορές στο παρελθόν από την αρχή ακόμη του πρώτου κύματος που μας βρήκε σε «μάχες» μπροστά στα σύνορα μας στον Έβρο, το Μάρτιο του 2020, αναζητούσαμε εξ αρχής προμήθεια υγειονομικού υλικού όπως μάσκες και αντισηπτικά, καθώς η πρώτη επαφή με μετανάστες στο ποτάμι εγκυμονούσε ιδιαίτερο υγειονομικό κίνδυνο λόγω της ύπαρξης επιβεβαιωμένων εισερχόμενων κρουσμάτων στη χώρα, χωρίς να υπάρχει ουδεμία προληπτική δράση.

Η ανωτέρω ανάγκη σε συνδυασμό με τις ιδιαιτερότητες της εργασίας που προέκυψαν αργότερα με την άμεση εμπλοκή σε όλη τη χώρα ολόκληρου του αστυνομικού προσωπικού στους ελέγχους για την τήρηση των μέτρων κατά της διασποράς του covid-19, μας επέβαλαν να απαιτήσουμε αμεσότητα στον εθελούσιο εμβολιασμό, χωρίς να περιμένουμε τα ηλικιακά κριτήρια χορήγησης του εμβολίου για το γενικό πληθυσμό. Αίτημα που ικανοποιήθηκε από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και δόθηκε προτεραιότητα στον εθελούσιο εμβολιασμό για κάθε συνάδελφο που το είχε αποφασίσει.

 Διανύοντας ήδη το δεύτερο χρόνο της πανδημίας, το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας, επιφορτίστηκε με περαιτέρω αρμοδιότητες και καθήκοντα για την τήρηση των μέτρων κατά της διασποράς του covid-19 σε πολύ ιδιαίτερες συνθήκες, διενεργώντας ελέγχους σε πολίτες και επιχειρήσεις, φέροντας εις πέρας τον πιο άχαρο – αλλά δυστυχώς αναγκαίο – ρόλο. Δεν περίσσευε κανείς, ούτε ένας από τους 55.000 συναδέλφους μας που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, στερούμενοι όλοι μας άδειες και ημερήσιες αναπαύσεις για μήνες.

Σήμερα δυστυχώς, οι δημόσιες διαβουλεύσεις περί υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών και με την απειλή της αναστολής εργασίας σε όσους δεν συμμορφωθούν, δημιουργούν άλλα δεδομένα από την έως τώρα συλλογική προσπάθεια όλων για να ξεπεράσουμε την πανδημία.

Ξεκαθαρίζοντας αρχικά πως ως αστυνομικοί και συνδικαλιστές, δεν είμαστε ειδικοί, δεν είμαστε γνώστες, δεν διαθέτουμε ιατρική κατάρτιση και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να εκφράζουμε επιστημονικές απόψεις ή να δίνουμε ιατρικές συμβουλές στους συναδέλφους μας. Θεωρούμε πως ο καθένας έχει υποχρέωση να το συζητήσει με τον προσωπικό του γιατρό και από εκεί να αντλήσει πληροφορίες σχετικές με τη σπουδαιότητα του εμβολιασμού, όπως ακριβώς θα έκανε για οποιοδήποτε πρόβλημα ιατρικής φύσης που τον απασχολεί.

Ο καθολικός εμβολιασμός φρονούμε ότι πρέπει να στηριχθεί με μια ευρεία επιστημονική ενημερωτική καμπάνια πειθούς, πρωτοπόροι της οποίας θα τεθούν οι γιατροί μας, στους οποίους εμπιστευόμαστε την υγεία μας και την υγεία της οικογένειάς μας. Ιδιαίτερη ευθύνη στην προσπάθεια αυτή έχει το Κράτος, το οποίο οφείλει να προστατεύει την υγεία των πολιτών του, των παιδιών, των εργαζόμενων και των ευπαθών ομάδων.

Σεβαστή όμως πρέπει να είναι και η άποψη, η αντίληψη και η θέση όσων επιφυλάσσονται είτε λόγω φόβου είτε λόγω άλλων διλλημάτων να εμβολιαστούν. Εμείς δεν τους κρίνουμε για την επιλογή τους, ούτε βέβαια τους βάζουμε απέναντι. Μόνο να τους προτρέψουμε επιθυμούμε να εμπιστευθούν την επιστήμη και να ακολουθήσουν τις συμβουλές της επιστημονικής κοινότητας.  

Σε αυτό όμως που οφείλουμε να πάρουμε θέση ως συνδικαλιστικός φορέας και ως εκπρόσωποι εργαζομένων είναι το μέτρο της ενδεχόμενης αναστολής εργασίας όσων δεν θα εμβολιαστούν. Δηλώνουμε ξεκάθαρα και χωρίς αστερίσκους πως είμαστε κάθετα αντίθετοι με κάθε είδους μέτρο αναστολής εργασίας από όπου και αν προέρχεται. Το δικαίωμα στην εργασία αποτελεί κατάκτηση διαχρονική και επιτάσσεται συνταγματικά. Το μέτρο αυτό δεν έχει λογική πειθούς, είναι βέβαιο πως θα φέρει αντίδραση και οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό θα ενταθούν υπέρμετρα, παρά τις πρώιμες αποφάσεις της δικαιοσύνης για συνταγματικότητα του μέτρου.

Διατρανώνουμε την συμπαράσταση μας σε κάθε εργασιακό κλάδο και σε κάθε εργαζόμενο, που μέσα από τέτοια μέτρα επιβολής, στερείται το εισόδημα του με το οποίο πασχίζει να βιοπορίσει την οικογένειά του και ο οποίος διατηρεί ακόμη αμφιβολίες και διλλήματα για ένα εμβόλιο που εφαρμόζεται ένα έτος τώρα. Γιατί άραγε να φταίει ο εργαζόμενος που διατηρεί επιφυλάξεις για ένα νέο εμβόλιο και όχι οι δομές και η επιστημονική κοινότητα που δεν κατάφεραν να εκφραστούν πειστικά μέσα από ένα δημόσιο διάλογο για την ασφάλεια του εμβολίου, για τις περιορισμένες παρενέργειες και για τα πλεονεκτήματά του;

Όχι στα εκβιαστικά διλήμματα, όχι στη δημιουργία κλίματος φόβου, όχι στην εξώθηση στην ανεργία και σε ψυχαναγκαστικές διαδικασίες και βέβαια όχι σε κάθε μέτρο πρόληψης όπως τα διαγνωστικά Rapid – test με οικονομική επιβάρυνση των δημοσιών λειτουργών επειδή απλά δεν κάνουν το εμβόλιο.

Με υπεύθυνο λόγο και στάση, όπως κάνουμε διαχρονικά τώρα, καλούμε τόσο την Κυβέρνηση όσο και την ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, όχι μόνον να μην προβούν σε τέτοια μέτρα, αλλά να σταματήσουν κάθε δημόσια διαβούλευση και επικοινωνιακή ζύμωση για τέτοια ενδεχόμενα. Ήδη προκαλούνται αρνητικές συνέπειες στην εργασιακή συνοχή και τη συλλογική προσπάθεια για να ξεπεράσουμε ως έθνος την πανδημία. Είναι βέβαιο πως η διατήρηση στην επιφάνεια τέτοιων απαράδεκτων μέτρων θα επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιθυμούμε ή τουλάχιστον επιθυμούσαμε όλοι μαζί έως σήμερα».